αντίδι — Φυτό ποώδες της οικογένειας των συνθέτων. Τα παράρριζά του σχηματίζουν σφαιρικό ρόδακα από το κέντρο του οποίου αναπτύσσεται ο ανθοφόρος βλαστός ύψους μέχρι 1 μ., με άνθη κυανά ή λευκά. Κατάγεται από τη μεσογειακή ζώνη, ή ίσως και από την Ινδία,… … Dictionary of Greek
θαλασσοράδικο — και θαλασσινό ραδίκι, το βοτ. κοινή ονομασία τού φυτού κιχόριο … Dictionary of Greek
κίχορα — κίχορα, τὰ (Α) το φυτό κιχόριο («κίχορα καρδαμίδας τε», Νίκ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Τη λ. δανείστηκε η Λατινική και κληρονόμησαν οι ρομανικές γλώσσες (πρβλ. γαλλ. chicoree < λατ. cichorēa)] … Dictionary of Greek
κιχοριώδης — κιχοριώδης, ῶδες (Α) [κίχορα] αυτός που μοιάζει με το φυτό κιχόριο ή προέρχεται από το γένος του («κιχοριῶδες φύλλον», Θεόφρ.) … Dictionary of Greek
κιχόρη — κιχόρη, ἡ (Α) το φυτό κιχόριο*. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. τού κίχορα, τὰ, με αλλαγή γένους] … Dictionary of Greek
κιχώριο — (Cichorium). Γένος φυτών της οικογένειας των συνθέτων. Τα φυτά αυτά συναντώνται με πολλές κοινές ονομασίες, λόγω του μεγάλου αριθμού ποικιλιών. Δεν είναι εντυπωσιακά· τα κεφάλια των ανθών τους, ωστόσο, έχουν ωραίο γαλάζιο χρώμα, αν και υπάρχουν… … Dictionary of Greek
σειρικόν — τὸ, Α το φυτό κιχόριο … Dictionary of Greek